Ι.Μ.Ε.Θ.Α.
Ινστιτούτο Μελέτης και Εκπαίδευσης στη Θρόμβωση και την Αντιθρομβωτική αγωγή
Newsletter Φεβρουάριος 2015
Το συγκεκριμένο email περιέχει γραφικά. Αν δεν μπορείτε να τα δείτε, πατήστε εδώ.
Προσεχείς επιστημονικές εκδηλώσεις του Ι.Μ.Ε.Θ.Α.
ALPIC 2015
Advanced Learning on Platelets & Thrombosis International Course.
Dates: March, 20-22, 2015
Venue: Miramonte Hotel, Palios Agios Athanasios
Website: www.alpic2015.gr
3o ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ Ι.Μ.Ε.Θ.Α.
για την θρόμβωση και την αντιθρομβωτική αγωγή.
Ημερομηνίες: 24–25 Απριλίου 2015
Τόπος: Divani Caravel, Αθήνα
Website: www.imetha.gr
ΝΕΑ
Αντίδοτα για τα νέα από του στόματος αντιπηκτικά

H μελέτης φάσης 3, ANNEXA-R, (Andexanet Alfa a Novel Antidote to the Anticoagulant Effects of FXa Inhibitors – Rivaroxaban), έδειξε θετικά αποτελέσματα ως προς την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του αντιδότου andexanetalfa για τη ριβαροξαμπάνη. Συγκεκριμένα, η πρώτη φάση της μελέτης αυτής απέδειξε ότι η χορήγηση εφάπαξ 800mg iv andexanet alfa σε 41 υγιείς εθελοντές που έλαβαν ριβαροξαμπάνη για 4 ημέρες προκάλεσε άμεση και σημαντική αναστροφή της δράσης του φάρμακου σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Τα αποτελέσματα της δεύτερης φάσης της μελέτης ANNEXA-R αναμένονται.

Το andexanet alfa διερευνάται επίσης ως αντίδοτο της απιξαμπάνης στη μελέτη φάσης 3 ANNEXA-Α (Andexanet Alfa a Novel Antidote to the Anticoagulant Effects of FXA Inhibitors – Apixaban). Η πρώτη φάση της μελέτης αυτής έχει ολοκληρωθεί με θετικά αποτελέσματα. Συγκεκριμένα, σε 33 υγιείς εθελοντές που έλαβαν απιξαμπάνη 5 mg δύο φορές ημερησίως για τέσσερις ημέρες και στη συνέχεια τυχαιοποιήθηκαν σε andexanet alfa 400 mg ή εικονικό φάρμακο, το αντίδοτο προκάλεσε άμεση και σχεδόν πλήρη αναστροφή της δράσης της απιξαμπάνης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.

Ομοίως θετικά είναι και τα πρώτα αποτελέσματα του Idarucizumab για την αναστροφή της δράσης της νταμπιγκατράνης σε υγιείς εθελοντές, όπως ανακοινώθηκαν σε πρόσφατα συνέδρια, ενώ η μελέτη φάσης 3 RE-VERSE AD (>35 χώρες, >500 κέντρα) βρίσκεται σε εξέλιξη. Η μελέτη αυτή διερευνά την αποτελεσματικότητα του αντιδότου της νταμπιγκατράνης για πρώτη φορά σε ασθενείς που λαμβάνουν νταμπιγκατράνη και οι οποίοι παρουσιάζουν ανεξέλεγκτη αιμορραγία ή πρέπει να υποβληθούν σε έκτακτες επεμβάσεις.
Νέα από τον FDA
Ο FDA ενέκρινε την εντοξαμπάνη (αναστολέας του παράγοντα Xa) για την πρόληψη του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και της συστηματικής εμβολής σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή μη βαλβιδικής αιτιολογίας, καθώς και για τη θεραπεία της εν τω βάθει φλεβοθρόμβωσης και της πνευμονικής εμβολής σε ασθενείς που έχουν λάβει παρεντερική αντιπηκτική αγωγή για 5 ως 10 ημέρες. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρατήρηση ότι η εντοξαμπάνη δεν πρέπει να προτιμάται σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή μη βαλβιδικής αιτιολογίας με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και GFR > 95 mL/min, λόγω του αυξημένου κινδύνου εμφάνισης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου σε σχέση με τη βαρφαρίνη (boxed warning).
Επίκαιρα άρθρα
Επιμέλεια: Δρ. Καλλιρρόη Καλαντζή
Η προσθήκη αντιαιμοπεταλιακής αγωγής σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή και σταθερή στεφανιαία νόσο που λαμβάνουν θεραπεία με ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ δε μειώνει τον κίνδυνο υποτροπής στεφανιαίων επεισοδίων ή θρομβοεμβολής, αλλά αντίθετα αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο αιμορραγίας.

Η μελέτη αυτή διερεύνησε την αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της προσθήκης αντιαιμοπεταλιακής αγωγής σε ανταγωνιστή της βιταμίνης Κ (ΑΒΚ), σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή και σταθερή στεφανιαία νόσο (που ορίζεται ως 12 μήνες από ένα οξύ στεφανιαίο συμβάν). Στη μελέτη συμπεριλήφθηκαν 8700 ασθενείς (μέση ηλικία, 74,2 χρόνια, 38% γυναίκες). Κατά τη διάρκεια μιας μέσης παρακολούθησης 3,3 ετών, τα ποσοστά της επίπτωσης για έμφραγμα του μυοκαρδίου/θανάτου από στεφανιαίο επεισόδιο, θρομβοεμβολή και σοβαρή αιμορραγία, ήταν 7,2, 3,8, και 4,0 περιστατικά ανά 100 ανθρωπο-έτη αντίστοιχα. Σε σχέση με τον ΑΒΚ ως μονοθεραπεία, ο κίνδυνος εμφράγματος του μυοκαρδίου/ στεφανιαίου θανάτου ήταν παρόμοιος για τον ΑΒΚ σε συνδυασμό με την ασπιρίνη (ΗR, 1,12; 95%CI, 0,94-1,34) και τον ΑΒΚ σε συνδυασμό με την (HR, 1,53; 95%CI, 0,93-2,52). Ο κίνδυνος θρομβοεμβολής ήταν συγκρίσιμος σε όλα τα θεραπευτικά σχήματα που συμπεριελάμβαναν ΑΒΚ, ενώ ο κίνδυνος αιμορραγίας αυξήθηκε όταν ασπιρίνη (HR, 1,5; 95%CI, 1,23-1,82) ή κλοπιδογρέλη (HR, 1,84; 95%CI, 1,11–3,06]) προστέθηκε σε ΑΒΚ. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, η κοινή πρακτική της προσθήκης αντιαιμοπεταλιακής θεραπείας στην από του στόματος αντιπηκτική αγωγή με ΑΒΚ σε ασθενείς με κολπική μαρμαρυγή και σταθερή στεφανιαία νόσο απαιτεί επαναξιολόγηση.

Lamberts M et al. Αntiplatelet therapy for stable coronary artery disease in atrial fibrillation patients taking an oral anticoagulant: a nationwide cohort study. Circulation 2014;129:1577-85

Δείτε ολόκληρο το άρθρο
H ενδοαρτηριακή θρομβόλυση αποδεικνύεται αποτελεσματική και ασφαλής για την αντιμετώπιση του οξέος ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου.

Στην παρούσα μελέτη επιλέχθηκαν ασθενείς να λάβουν τυχαία είτε ενδοαρτηριακή θρομβόλυση με αλτεπλάση ή ουροκινάση συν τη συνήθη θεραπεία ή τη συνήθη θεραπεία και μόνο. Κατάλληλοι ήταν οι ασθενείς που είχαν μία εγγύς αρτηριακή απόφραξη στην πρόσθια εγκεφαλική κυκλοφορία, η οποία επιβεβαιώθηκε με αγγειακή απεικόνιση και οι οποίοι θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν ενδοαρτηριακά μέσα σε 6 ώρες από την έναρξη των συμπτωμάτων. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο ήταν η βαθμολογία στην τροποποιημένη κλίμακα Rankin στις 90 ημέρες. Αυτή η κλίμακα μετρά τη λειτουργικότητα του εγκεφάλου, με βαθμολογία που κυμαίνεται από 0 (χωρίς συμπτώματα) έως 6 (θάνατος). Υπολογίσθηκε η πιθανότητα η ενδοαρτηριακή θεραπεία να οδηγήσει σε μείωση της βαθμολογίας στην κλίμακα Rankin, σε σύγκριση με τη συνήθη θεραπεία και μόνο. Από τους 500 ασθενείς της μελέτης, 233 έλαβαν ενδοαρτηριακή θρομβόλυση με αλτεπλάση ή ουροκινάση και 267 τη συνήθη θεραπεία. Η μέση ηλικία ήταν 65 έτη και 445 ασθενείς (89,0%) έλαβαν ενδοφλέβια αλτεπλάση πριν από την τυχαιοποίηση. Ανακτήσιμα stents χρησιμοποιήθηκαν σε 190 από τους 233 ασθενείς (81,5%) που υπεβλήθησαν σε ενδοαρτηριακή θεραπεία. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, παρατηρήθηκε μια απόλυτη διαφορά των 13,5 ποσοστιαίων μονάδων (95%CI, 5,9-21,2) του ποσοστού της λειτουργικής ανεξαρτησίας (τροποποιημένη κλίμακα Rankin, 0-2) υπέρ της παρέμβασης (32,6% έναντι 19,1%), ενώ δεν υπήρξαν σημαντικές διαφορές ως προς τη θνησιμότητα ή την εμφάνιση συμπτωματικής ενδοεγκεφαλικής αιμορραγίας. Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι ασθενείς με οξύ ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο που προκαλείται από μία εγγύς ενδοκρανιακή απόφραξη της πρόσθιας κυκλοφορίας, η ενδοαρτηριακή θρομβόλυση που χορηγείται μέσα σε 6 ώρες μετά την έναρξη του ισχαιμικού εγκεφαλικού επεισοδίου είναι αποτελεσματική και ασφαλής.

Berkhemer OA et al. A randomized trial of intraarterial treatment for acute ischemic stroke. N Engl J Med;372:11-20

Δείτε ολόκληρο το άρθρο
Δώδεκα ή 30 μήνες διπλής αντιαιμοπεταλιακής αγωγής μετά από τοποθέτηση DES?

Μετά από 12 μήνες θεραπείας με μία θειενοπυριδίνη (κλοπιδογρέλη ή πρασουγρέλη) και ασπιρίνη, λόγω PCI με τοποθέτηση DES, 9.961 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να συνεχίσουν να λαμβάνουν θεραπεία με θειενοπυριδίνη ή να λάβουν εικονικό φάρμακο για 18 επιπλέον μήνες. Όλοι οι ασθενείς εξακολούθησαν να λαμβάνουν ασπιρίνη. Το σύνθετο πρωταρχικό καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας της μελέτης ήταν θρόμβωση του stent και μείζονα καρδιαγγειακά και αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (συνδυασμός θανάτου, εμφράγματος του μυοκαρδίου ή αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου) κατά το χρονικό διάστημα 12-30 μηνών. Το κύριο τελικό σημείο ασφάλειας ήταν μέτρια ή σοβαρή αιμορραγία. Η συνεχιζόμενη θεραπεία με θειενοπυριδίνη, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, μείωσε τα ποσοστά της θρόμβωσης του stent (0,4 έναντι 1,4%; p<0,001) και των μειζόνων καρδιαγγειακών και αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων (4,3 έναντι 5,9%; p<0,001). Το ποσοστό του εμφράγματος του μυοκαρδίου ήταν χαμηλότερο με τη θεραπεία με θειενοπυριδίνη από ό, τι με το εικονικό φάρμακο (2,1 έναντι 4,1%; p<0,001). Το ποσοστό του θανάτου από οποιαδήποτε αιτία ήταν 2,0% στην ομάδα που συνέχισαν τη θεραπεία με θειενοπυριδίνη και 1,5% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p=0,05).Το ποσοστό της μέτριας ή σοβαρής αιμορραγίας αυξήθηκε με τη συνέχιση της θεραπείας με θειενοπυριδίνη (2,5% έναντι 1,6%, p=0,001). Αυξημένος κίνδυνος για θρόμβωση του stent και του εμφράγματος του μυοκαρδίου παρατηρήθηκε σε αμφότερες τις ομάδες κατά τη διάρκεια των 3 μηνών μετά τη διακοπή της θεραπείας με θειενοπυριδίνη. Συμπερασματικά, η διπλή αντιαιμοπεταλιακή θεραπεία πέραν του 1 έτους μετά την τοποθέτηση ενός DES σε σύγκριση με τη μονοθεραπεία με ασπιρίνη, μειώνει σημαντικά τους κινδύνους της θρόμβωσης του stent και των μειζόνων ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών και αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων, αλλά σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας.

Mauri L et al. Twelve or 30 months of dual antiplatelet therapy after drug-eluting stents. N Engl J Med 2014; 371:2155-66

Δείτε ολόκληρο το άρθρο
Η βοραπαξάρη μειώνει σημαντικά τη θρόμβωση του stent σε σταθερούς ασθενείς με ιστορικό PCI. Αποτελέσματα από τη μελέτη TRA 2° P-TIMI 50.

Στόχος αυτής της μελέτης ήταν να ελέγξει την υπόθεση αν η προσθήκη βοραπαξάρης στην καθιερωμένη αντιαιμοπεταλιακή θεραπεία μειώνει το ποσοστό της στεφανιαίας θρόμβωσης του stent (ST) σε σταθερούς ασθενείς με ιστορικό PCI. Η μελέτη TRA 2° P-TIMI 50 (Trial to Assess the Effects of Vorapaxar in Preventing Heart Attack and Stroke in Patients With Atherosclerosis-Thrombolysis In Myocardial Infarction 50) ήταν μια πολυεθνική, τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη της βοραπαξάρης σε σταθερούς ασθενείς με προηγούμενο έμφραγμα του μυοκαρδίου, περιφερική αρτηριακή νόσο ή ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο. Στην παρούσα ανάλυση, αξιολογήθηκαν τα ποσοστά της οριστικής ST, όπως αυτή ορίσθηκε από μία κεντρική επιτροπή χρησιμοποιώντας τα κριτήρια του Academic Research Consortium (ARC). Συνολικά στη μελέτη TRA 2° P-TIMI 50 τυχαιοποιήθηκαν 26.449 ασθενείς να λάβουν βοραπαξάρη ή εικονικό φάρμακο επιπρόσθετα της καθιερωμένης αντιαιμοπεταλιακής θεραπείας. Μεταξύ αυτών, 14.042 ασθενείς (53%) είχαν ιστορικό εμφύτευσης stent πριν από την τυχαιοποίηση και 449 ασθενείς έλαβαν stent κατά τη διάρκεια της μελέτης. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης (διάμεση τιμή 2,5 χρόνια), υπήρχαν 152 οριστικές εκδηλώσεις ST, με την πλειοψηφία (92%) να εμφανίζεται αργά ή πολύ αργά. Η βοραπαξάρη μείωσε την οριστική ST κατά ARC σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (1,1% έναντι 1,4%, p=0,037). Η μείωση ήταν σταθερή, ανεξάρτητη από το χρόνο της PCI, το ιστορικό διαβήτη, τη χρήση DES και τη χορήγηση διπλής αντιαιμοπεταλιακής αγωγής (DAPT) κατά την τυχαιοποίηση. Η βοραπαξάρη αύξησε τη μέτρια / σοβαρή αιμορραγία κατά GUSTO (HR: 1,57, 95%CI: 1,26 - 1,94, p<0,001).Το ποσοστό της οριστικής ST κατά ARC σε σταθερούς ασθενείς, η πλειοψηφία των οποίων λάμβαναν DAPT, ήταν περίπου 1,4% στα 3 χρόνια. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, σε σταθερούς ασθενείς με τοποθέτηση stent που λάμβαναν καθιερωμένη αντιαιμοπεταλιακή θεραπεία, η χορήγηση βοραπαξάρης μειώνει σημαντικά τη ST, συμπεριλαμβανομένων των πολύ απώτερων ST.

Bonaca MP et al. Coronary stent thrombosis with vorapaxar versus placebo: results from the TRA 2° P-TIMI 50 trial. J Am Coll Cardiol 2014;64:2309-17

Δείτε ολόκληρο το άρθρο:
Η μπιβαλιρουδίνη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για θρόμβωση του stent σε πρωτογενή αγγειοπλαστική, αλλά βελτιώνει την κλινική έκβαση και τη συχνότητα αιμορραγιών και μεταγγίσεων στις 30 ημέρες.

Στη μελέτη HORIZONS-AMI (Harmonizing Outcomes with RevasculariZatiON and Stents in Acute Myocardial Infarction) trial, 3.602 ασθενείς που υποβλήθηκαν σε πρωτογενή PCI για έμφραγμα του μυοκαρδίου με ανάσπαση διαστήματος ST (STEMI) και έλαβαν θεραπεία με μπιβαλιρουδίνη είχαν χαμηλότερα ποσοστά αιμορραγίας και θνησιμότητας, αλλά και υψηλότερα ποσοστά οξείας θρόμβωσης του stent σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν συνδυασμό ηπαρίνης και αναστολέα της γλυκοπρωτεΐνης IIb/IIIa (GPIIb/IIIa). Οι μεταγενέστερες αλλαγές στην πρωτογενή PCI, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης των ισχυρών αναστολέων P2Y12, της συχνής κερκιδικής προσπέλασης και της προνοσοκομειακής χορήγησης φαρμακευτικής αγωγής, ενσωματώθηκαν στη μελέτη EUROMAX (European Ambulance Acute Coronary Syndrome Angiography), η οποία συμπεριέλαβε 2.218 ασθενείς να λάβουν μπιβαλιρουδίνη ή ηπαρίνη ± GPIIb/IIIa πριν από πρωτογενή PCI. Ο στόχος αυτής της μελέτης ήταν να εξετάσει τα αποτελέσματα της αντιπηκτικής αγωγής με μπιβαλιρουδίνη έναντι ηπαρίνης ± GPIIb/IIIa σε 5.800 ασθενείς που υπεβλήθησαν σε πρωτογενή PCI, αναλύοντας τα αποτελέσματα των μελετών HORIZONS-AMI και EUROMAX, δεδομένης της εξέλιξης στην πρωτογενή PCI. Παρά τα αυξημένα ποσοστά της οξείας θρόμβωσης του stent (p<0,0001), η χρήση της μπιβαλιρουδίνης στην πρωτογενή PCI βελτίωσε την καρδιαγγειακή θνητότητα στις 30 ημέρες (p=0,03), με σημαντικές μειώσεις της μείζονος αιμορραγίας (p<0,0001), της θρομβοκυτταροπενίας (p=0,0002) και των μεταγγίσεων σε σύγκριση με το συνδυασμό ηπαρίνης ± GPIIb/IIIa, αποτελέσματα που ήταν συνεπή με την εξέλιξη της τεχνικής της PCI και της φαρμακοθεραπείας.

Stone GW et al. Bivalirudin Versus Heparin With or Without Glycoprotein IIb/IIIa Inhibitors in Patients With STEMI Undergoing Primary Percutaneous Coronary Intervention Pooled Patient-Level Analysis From the HORIZONS-AMI and EUROMAX Trials. J Am Coll Cardiol 2015;65:27-38

Δείτε ολόκληρο το άρθρο
Η χαμηλή δόση ασπιρίνης δε συμβάλει στην πρωτογενή πρόληψη καρδιαγγειακών συμβάντων σε ηλικιωμένους Ιάπωνες ασθενείς με παράγοντες κινδύνου για αθηροσκλήρωση.

Στόχος της πολυκεντρικής μελέτης JPPP (The Japanese Primary Prevention Project) ήταν να καθοριστεί εάν η καθημερινή λήψη χαμηλής δόσης ασπιρίνης μειώνει την συχνότητα των καρδιαγγειακών συμβάντων σε ηλικιωμένους Ιάπωνες ασθενείς (60 έως 85 ετών) με πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου για αθηροσκλήρυνση (υπέρταση, δυσλιπιδαιμία ή σακχαρώδη διαβήτη). Στη μελέτη αυτή, 14.464 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν 1:1 να λάβουν ή όχι ασπιρίνη, 100 mg ημερησίως, σε συνδυασμό με την τρέχουσα φαρμακευτική αγωγή. Το σύνθετο κύριο καταληκτικό σημείο ήταν ο θάνατος από καρδιαγγειακά αίτια (έμφραγμα του μυοκαρδίου, εγκεφαλικό επεισόδιο και άλλα καρδιαγγειακά αίτια), το μη θανατηφόρο αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (ισχαιμικό ή αιμορραγικό, συμπεριλαμβανομένων των απροσδιόριστων αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων), και το μη θανατηφόρο έμφραγμα του μυοκαρδίου. Δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν επιμέρους καταληκτικά σημεία. Η μελέτη τερματίστηκε πρόωρα από την επιτροπή παρακολούθησης των δεδομένων μετά από μια μέση περίοδο παρακολούθησης 5,02 έτη. Τόσο η ομάδα της ασπιρίνης όσο και η ομάδα χωρίς ασπιρίνη εμφάνισαν 56 θανατηφόρα επεισόδια. Το σύνθετο πρωτεύον καταληκτικό σημείο 5 ετών, δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ των δύο ομάδων (2,77% για την ομάδα της ασπιρίνης έναντι 2,96% για την ομάδα χωρίς ασπιρίνη, p=0,54). Η ασπιρίνη μείωσε σημαντικά τη συχνότητα εμφάνισης μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου (p=0,02) και παροδικού ισχαιμικού επεισοδίου (p=0,04), και αύξησε σημαντικά τον κίνδυνο εξωκρανιακών αιμορραγιών που απαιτούν μετάγγιση ή νοσηλεία (p=0,004). Η χαμηλή δόση ασπιρίνης μία φορά ημερησίως δεν μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο του σύνθετου καταληκτικού σημείου καρδιαγγειακού θανάτου, μη θανατηφόρου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου στους Ιάπωνες ασθενείς ηλικίας ≥ 60 ετών με παράγοντες κινδύνου για αθηροσκλήρωση

Ikeda Y et al. Low-dose aspirin for primary prevention of cardiovascular events in Japanese patients 60 years or older with atherosclerotic risk factors: a randomized clinical trial. JAMA 2014;312:2510-20

Δείτε ολόκληρο το άρθρο
Το αντινοηματικό νουκλεοτίδιο του παράγοντα XI ανοίγει νέους ορίζοντες στην πρόληψη της φλεβικής θρόμβωσης.

Σύμφωνα με πειραματικά δεδομένα, η μείωση των επιπέδων του παράγοντα πήξης XI αναστέλλει τη θρόμβωση χωρίς να προκαλεί αιμορραγία. Ο ρόλος του παράγοντα XI στην πρόληψη της μετεγχειρητικής φλεβικής θρόμβωσης σε ανθρώπους παραμένει άγνωστος. Το FXI-ASO (ISIS 416858) είναι ένα δεύτερης γενιάς αντινοηματικό νουκλεοτίδιο το οποίο μειώνει τα επίπεδα του παράγοντα ΧΙ. Στη μελέτη αυτή συγκρίθηκε η αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του FXI-ASO με εκείνη της ενοξαπαρίνης σε 300 ασθενείς οι οποίοι υποβλήθηκαν σε εκλεκτική πρωτογενή ολική αρθροπλαστική γόνατος. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν FXI-ASO (200 mg ή 300 mg) ή 40 mg ενοξαπαρίνης άπαξ ημερησίως. Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η συχνότητα εμφάνισης φλεβικής θρόμβωσης. Η κύρια έκβαση ασφάλειας ήταν η μείζων και η κλινικά σχετική μη μείζων αιμορραγία. Περιεγχειρητικά, τα επίπεδα του παράγοντα XI ήταν 0,38±0,01 units/ml στην ομάδα που έλαβε 200-mg FXI-ASO, 0,20±0,01 units/ml στην ομάδα που έλαβε 300-mg FXI-ASO, και 0,93±0,02 units/ml στην ομάδα της ενοξαπαρίνης. Το πρωτογενές καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας εμφανίσθηκε σε 36 από τους 134 ασθενείς (27%) που έλαβαν τη δόση των 200 mg του FXI-ASO και σε 3 από τους 71 ασθενείς (4%) που έλαβαν τη δόση 300 mg του FXI-ASO, σε σύγκριση με 21 από τους 69 ασθενείς (30%) που έλαβαν ενοξαπαρίνη. Η αγωγή των 200 mg ήταν μη κατώτερη, και των 300-mg ανώτερη ως προς την ενοξαπαρίνη (p<0,001). Αιμορραγία εμφανίσθηκε στο 3, 3 και 8% των ασθενών στις τρεις ομάδες της μελέτης, αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, η μείωση των επιπέδων του παράγοντα XI σε ασθενείς που υποβάλλονται σε εκλεκτική ολική αρθροπλαστική γόνατος προλαμβάνει τη φλεβική θρόμβωση, ενώ φαίνεται να είναι ασφαλής σε σχέση με τον αιμορραγικό κίνδυνο.

Büller HR, et al. Factor XI antisense oligonucleotide for prevention of venous thrombosis. N Engl J Med 2015;372:232-40

Δείτε ολόκληρο το άρθρο
Σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού το στάδιο, ο χρόνος που έχει παρέλθει από τη διάγνωση και η χορήγηση χημειοθεραπείας είναι καθοριστικοί παράγοντες για την εμφάνιση υπερπηκτικότητας.

Σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού η θρομβοπροφύλαξη ως ρουτίνα δεν συνιστάται, αλλά ενθαρρύνεται η εξατομικευμένη αξιολόγηση του κινδύνου φλεβικής θρόμβωσης. Η ενσωμάτωση των βιοδεικτών υπερπηκτικότητας στα μοντέλα εκτίμησης κινδύνου (RAM) θα μπορούσε να αυξήσει την ευαισθησία για τον εντοπισμό των ασθενών που διατρέχουν κίνδυνο φλεβικής θρόμβωσης. Στην παρούσα μελέτη συμμετείχαν 62 γυναίκες με καρκίνο του μαστού και 30 υγιείς γυναίκες ίδιας ηλικίας. Οι ασθενείς παρουσίασαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα παραγωγής θρομβίνης (TG), αιμοπεταλιακών μικροσωματιδίων (Pd-MP) και D-διμερών, αλλά μικρότερο χρόνο πήξης εξαρτώμενο από τα φωσφολιπίδια (PPL-CT), σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Ο PPL-CT ήταν αντιστρόφως ανάλογος με τα επίπεδα των Pd-ΜΡ, τα οποία αυξήθηκαν στο 97% των ασθενών. Η TG και τα D-διμερή αυξήθηκαν στο 76% και 59% των ασθενών, αντίστοιχα. Σε οποιοδήποτε στάδιο της ασθένειας η TG αυξήθηκε σημαντικά σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Δεν υπήρχε σημαντική διαφορά της TG στις ασθενείς με τοπικό, περιοχικό ή μεταστατικό στάδιο της νόσου. Επίσης, δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά στην παραγωγή Pd-ΜΡ μεταξύ των υποομάδων των ασθενών με τοπικό ή περιοχικό στάδιο του καρκίνου. Οι ασθενείς με μεταστατική νόσο είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα Pd-MP σε σύγκριση με εκείνες με περιοχικό στάδιο. Τα D-διμερή ήταν αυξημένα σε ασθενείς με μεταστατικό στάδιο. Σε ασθενείς υπό χημειοθεραπεία < 6 μήνες από τη διάγνωση, η TG ήταν σημαντικά υψηλότερη σε σύγκριση με εκείνους υπό χημειοθεραπεία > 6 μήνες από τη διάγνωση. Οι ασθενείς με μεταστατική νόσο είχαν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα παραγωγής Pd-ΜΡ και D-διμερών σε σύγκριση με εκείνους με μη-μεταστατική νόσο. Σε ασθενείς με καρκίνο του μαστού το στάδιο, ο χρόνος που έχει παρέλθει από την διάγνωση και η χορήγηση χημειοθεραπείας είναι καθοριστικοί παράγοντες της υπερπηκτικότητας σε επίπεδο κυττάρου ή πλάσματος. Τα επίπεδα και η πηκτική δράση των Pd-MP συνδέονται με τη βιολογική δραστηριότητα και τη συνολική επιβάρυνση από τον καρκίνο. Η TG αντανακλά τις προπηκτικές ιδιότητες τόσο του καρκίνου του μαστού όσο και της χημειοθεραπείας κατά την αρχική περίοδο της διάγνωσης του καρκίνου. Έτσι, η σταθμισμένη ενσωμάτωση των κυτταρικών και πλασματικών βιοδεικτών υπερπηκτικότητας στα RAM για τη φλεβική θρόμβωση μπορεί να βελτιώσει τη διαγνωστική αξία τους.

Chaari Μ et al. Impact of breast cancer stage, time from diagnosis and chemotherapy on plasma and cellular biomarkers of hypercoagulability. BMC Cancer 2014;14:991

Δείτε ολόκληρο το άρθρο
Για περισσότερα άρθρα πατείστε εδώ
Αυτό το μήνυμα πληρεί τις προϋποθέσεις της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί διαφημιστικών μηνυμάτων, καθώς φέρει τα πλήρη στοιχεία του αποστολέα ευκρινώς και δίνει στον παραλήπτη τη δυνατότητα διαγραφής (Directiva 2002/31/CE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου). Εάν είσαστε σε αυτή τη λίστα κατά λάθος ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο θέλετε να διαγραφεί το e-mail σας από αυτή τη λίστα παραληπτών ενημερώστε μας. Για να διαγραφείτε από αυτήν την λίστα παρακαλώ πατήστε εδώ.